ἀγαθά


ἀγαθά
ἀγαθός
good
neut nom/voc/acc pl
ἀγαθά̱ , ἀγαθός
good
fem nom/voc/acc dual
ἀγαθά̱ , ἀγαθός
good
fem nom/voc sg (doric aeolic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • αγαθά — τα (Α ἀγαθά) (ουδ. πληθ. τού επιθ. αγαθός ως ουσ.) πλούτος, περιουσία νεοελλ. μέσα που θεωρούνται κατάλληλα για την ικανοποίηση τών αναγκών τού ανθρώπου αρχ. 1. ψυχικές αρετές 2. πλεονεκτήματα, προτερήματα 3. ευχάριστα πράγματα …   Dictionary of Greek

  • Πολλάκις δοκεῖ τὸ φυλάξαι τ’ἀγαθὰ τοῦ κτήσασθαι χαλεπότερον εἴναι. — См. Нет друга, так ищи: а нашел, так береги …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • κἀγαθά — ἀγαθά , ἀγαθός good neut nom/voc/acc pl ἀγαθά̱ , ἀγαθός good fem nom/voc/acc dual ἀγαθά̱ , ἀγαθός good fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τἀγαθά — ἀγαθά , ἀγαθός good neut nom/voc/acc pl ἀγαθά̱ , ἀγαθός good fem nom/voc/acc dual ἀγαθά̱ , ἀγαθός good fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κἀγαθάς — ἀγαθά̱ς , ἀγαθός good fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀγαθᾶι — ἀγαθᾷ , ἀγαθός good fem dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀγαθάν — ἀγαθά̱ν , ἀγαθός good fem acc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀγαθάς — ἀγαθά̱ς , ἀγαθός good fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • благыи — (>1000) пр. 1.Хороший, добрый; праведный, святой: Нши сѩ жены моудры агы. (ἀγαϑῆς) Изб 1076, 159; роусьскыи кънѩзь благыи Надп 1093 (2); къ... бл҃гомоу и б҃оносьномоу оц҃ю нашемоу ѳеодосию ЖФП XII, 59г; приведе бл҃гаго моужа ѡного... и биѥть… …   Словарь древнерусского языка (XI-XIV вв.)

  • κατανάλωση — (Οικον.). Όρος που αναφέρεται στη χρησιμοποίηση αγαθών και υπηρεσιών για την ικανοποίηση ανθρώπινων αναγκών. Αντίστοιχα, καταναλωτικά ονομάζονται όλα τα αγαθά που προορίζονται άμεσα για την ικανοποίηση μιας ανάγκης, αποσπώμενα κατ’ αυτό τον τρόπο …   Dictionary of Greek